Επιζητώντας να αξιολογήσω μαζί σας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κινδύνου που γεννά την ανάγκη για μια αντικομμουνιστική συσπείρωση με ευρύτατο κοινωνικό πέλμα (όπως εισηγήθηκα στο προηγούμενο, εισαγωγικό, σημείωμα μου), θεωρώ ως πρωταρχικό μου καθήκον να αποτυπώσω την κομβική θέση που κατέχει για την αριστερή παράδοση η έννοια της βίας σε κάθε έκφανση της: πολιτικά, νομικά και πραγματολογικά. Τούτο συμβαίνει όχι για να διαφημιστούν οι ιδέες αυτές, ούτε για να προαχθεί -υποτίθεται- η βία εκ του αντιθέτου, αλλά για να τις εντάξουμε σε ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα το οποίο θα μελετά τη φυσιολογία του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε, δηλαδή το θεωρητικό της υπόβαθρο και το πρακτικό της αποτύπωμα της κόκκινης βίας όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν εμπειρικά στη γλώσσα των ίδιων των κομμουνιστών και στη μνήμη των λαών που καταδυνάστευσαν. Τα ευρήματα μας άλλωστε θα χρησιμοποιηθούν εργαλειακά και στο επόμενο δημοσίευμα αυτής της σειράς θερινών σημειωμάτων για το Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών.

«ΛΑΕ ΠΟΛΕΜΑ, ΣΟΥ ΠΙΝΟΥΝΕ ΤΟ ΑΙΜΑ…»

Οι περισσότεροι μελετητές εισηγούνται πως η εγκόλπωση της εννοιολόγησης βίας στο πυρήνα της αριστερής παράδοσης υπήρξε αποτέλεσμα της δράσης του Λένιν, ωστόσο προσωπικά τάσσομαι με την λιγότερο δημοφιλή θέση πως ενδημεί ήδη στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας. Οι δυο βασικοί πυλώνες της θρησκείας του Μαρξ και του Ένγκελς το μαρτυρούν απερίφραστα: α) το μέγα κινούν τους τροχούς της ιστορίας είναι η πάλη των τάξεων και β) η ταξική πάλη έχει ρόλο επικυριαρχίας, όπου ζητούμενα είναι η βίαιη κατάληψη της εξουσίας και η κατάλυση του αστικού κράτους. Λαμβάνοντας ως δεδομένο, πως το συνολικό υποκείμενο -δηλαδή ο κόσμος στον οποίο ήδη από καταβολής του απευθύνεται ο μαρξισμός- είναι το προλεταριάτο ή πιο απλά οι εργάτες (όπως η αριστερά τους εννοιολογεί στην ψευδοεπιστήμη της), που χειραγωγούνται από το κεφάλαιο (δηλαδή την μεσαία και ανώτερη τάξη) όσο το Κόμμα -που ξέρει, αναντίρρητα, τα συμφέροντα τους καλύτερα- δεν τους καθοδηγεί.

Φαίνεται λοιπόν πως το στοιχείο της βίας ήδη ενυπάρχει, έστω σπερματικά, στο μαρξιστικό σύστημα εφοσον αυτό λειτουργεί κατ’αρχάς διχαστικά οριοθετώντας αντιμαχόμενες τάξεις. Σε δεύτερο επίπεδο κηρύσσει πως η ανομοιότητα των τάξεων πρέπει να εξαλειφθεί, σημείο στο οποίο στέκεται πάλι αμφίσημα απέναντι στην καταδίκη της βίας. Αφενός δηλαδή αρνείται την ιστορική εξέλιξη και πρόοδο των ενδιάμεσων κοινωνικών σχέσεων και αφετέρου τις ερμηνεύει μονοσήμαντα ως σχέσεις απριόρι εκμετάλλευσης: το Κακό και το Καλό συγκρούονται με το σκοτάδι της αντίδρασης να συνθλίβει την εργατική τάξη όσο αυτή δεν αποκτά την αυτοσυνειδησία της από τη πεφωτισμένη καθοδήγηση.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την γνωστή κατάληξη της Οκτωβριανής επανάστασης και την υιοθέτηση της λενινιστικής παράδοσης τρομοκρατίας, μας αναγκάζουν ήδη εκ προοιμίου να θέσουμε μια θεμελιώδους σημασίας ερώτηση: τί προβλέπει η αριστερή πολιτική παράδοση για όσους πολίτες, με κοινά ή ετερόκλητα οικονομοκοινωνικά χαρακτηριστικά, δεν αποδέχονται την οικονομική και κοινωνική τους υποβάθμιση ή και την φυσική τους εξόντωση; Απάντηση: Τότε η τρομοκρατία γίνεται καθεστώς καθώς η γενικευμένη χρήση βίας οργανώνεται με κεντρική καθοδήγηση μιας δράκας «καθοδηγητών» ή ιστρούχτορων. Βλέπετε στην κομμουνιστική θεωρία και πρακτική, η ατομική βούληση καθενός υποτάσσεται στους αδήριτους -υποτίθεται- νόμους της ιστορίας και της θέλησης των κομμουνιστών να τους υπαγορεύσουν όπως αυτοί νομίζουν καλύτερα ως θεόσταλτοι διαμεσολαβητές της μονής γνήσιας, απόλυτης, αξιωματικής αλήθειας που αυτοί (νομίζουν πως) πρεσβεύουν: νόμος είναι το δίκιο του Εργάτη, ο οποίος χρειάζεται το Κόμμα μέσω της καθοδήγησης του οποίου θα τον διδαχθεί. Οτιδήποτε έξω από την κομματική νομιμότητα θεωρείται αντιδραστικό και υποτάσσεται ή πεθαίνει. Η φυσική εξόντωση που προϋποθέτει την ανάληψη βίας μορφοποιείται και παρουσιάζεται ως πολιτική επιλογή και μάλιστα, ως νομοτέλεια: «λαέ πολέμα σου πίνουνε το αίμα», με αυτή την διαπίστωση ως υπέρτατο πολιτικό νομό μπολιάζουν τις μάζες των οπαδών τους.

«ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ…»

Συζητώντας για νόμους θαρρώ πως θα ήταν χρήσιμο στο σημείο αυτό να αναφερθώ στο περιεχόμενο που αποδίδεται στην δικαιοσύνη αλλά και για τον τρόπο που απονέμεται από την αριστερά. Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πυρήνα του αστικού πολιτεύματος, θεματοφύλακα έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, προστάτη των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και κέρβερο της έννομης τάξης. Η βασικές αρχές στις οποίες υπακούει είναι α) η καθολική ισχύς του νόμου, ήτοι ότι η νομιμότητα ισχύει για όλους ανεξαρτήτως κοινωνικής, οικονομικής ή πολιτικής θέσης και β) η ισονομία, δηλαδή ότι απέναντι στον νόμο όλοι είναι ίσοι ως προς τον τρόπο κρίσης τους. Αντίθετα όμως με αυτό το μοντέλο λειτουργίας, ο κομμουνισμός προεξοφλεί ορθά πως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης θα καταστεί μια δίνη εξουσιών από την κυβέρνηση προς τους πολίτες, οπότε χρησιμοποιεί την έννοια αυτή συγκεντρωτικά: στη μετάβασή προς τον σοσιαλισμό όλες οι εξουσίες απορροφώνται από την Κεντρική Κυβέρνηση.

Για την αριστερά άλλωστε «τα πάντα είναι πολιτική», συνεπώς η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως τυπικά ανεξάρτητη έννοια. Η αλήθεια και η εξουσία που την εκφράζει είναι μία και αδιαίρετη και σε αυτήν και μόνο υπακούει ο υπέρτατος νόμος. Καμία νόθευση εξατομικευμένης απόδοσης δικαιοσύνης δεν πρέπει να παρεμβάλλεται: νόμος ειναι το δίκιο του εργάτη, όπως το ερμήνευσε και το υπέδειξε καθοδήγηση του Κόμματος στους λειτουργούς των λαϊκών (ή επαναστατικών) δικαστηρίων. Κι όταν στον δρόμο για την κατάληψη ή στην προσπάθεια για διατήρηση της εξουσίας συντελεστούν εγκλήματα προς επίτευξη του υπέρτατου αυτού νόμου, τότε όπως γλαφυρά μας περιέγραψε ο πρώτος Κομισάριος του Λαού για την Δικαιοσύνη (1918-1928), Κούρσκι: «η δικαιοσύνη δεν πρέπει να καταργήσει την τρομοκρατία [•••]. Αντίθετα πρέπει να την στηρίξει, να την νομιμοποιήσει αξιωματικά, ολοφάνερα χωρίς να παραποιεί ή να μακιγιάρει την αλήθεια».

Το αξίωμα άλλωστε πως «τα πάντα είναι πολιτική», γίνεται καταλύτης για την επώαση της βίας σε όλο της τκ φάσμα ως αποδεκτής πολιτικής πρακτικής. Τα πάντα κρίνονται με βάση μια και μοναδική αλήθεια, έναν και μοναδικό νόμο, που υποδεικνύεται για πολιτικούς λόγους. Ακόμη κι όταν η ίδια η αλήθεια που εκπροσωπούν τους αμφισβητηθεί από τις ίδιες τους τις πράξεις, «τόσο χειρότερα για την αλήθεια»• παραδέχονται αδίστακτα. Τίθεται δηλαδή, όπως προείπαμε, μια κάθετη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του αληθινού και του κίβδηλου και από την άλλη κάθε μορφή δράσης που υπακούει στον ορθό σκοπό της μίας και μοναδικής αλήθειας καθαγιάζεται ηθικά και νομικά παρά τον ενδεχομένως παραβατικό χαρακτήρα της. Ηθικά, de facto γιατί ενορχηστρώνεται από την κεντρική εξουσία και de jure γιατί τα δικαστήρια θα σπεύσουν να τη νομιμοποιήσουν χωρίς κανένα νομικό ενδοιασμό. Ως επιστέγασμα μάλιστα των παραπάνω η ποδηγετούμενη δικαιοσύνη δεν αναγνωρίζει πλέον πρόσωπα αλλά τάξεις: το τεκμήριο της αθωότητας, η ισοδικία και όλα όσα συμβολίζει η έννοια της Δικαιοσύνης στον ευρωπαϊκό πολιτισμό καταρρέουν σαν χάρτινοι ανεμόμυλοι. Οποιαδήποτε πράξη κριθεί επωφελής πολιτικά δικαιώνεται: «τα επαναστατικά δικαστήρια δεν εχουν καμία σχέση με τα αστικά δικαστήρια. Είναι δικαστήρια της δικτατορίας του προλεταριάτου και ενδιαφέρονται να εξαλείψουν και όχι για να δικάσουν», μας ενημερώνει πάλι ο Κομισάριος της Δικαιοσύνης.

«ΕΜΠΡΟΣ ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ…»

Χωρίς το χαλινάρι της ανεξάρτητης δικαιοσύνης να βαστάει τα γκεμια της εξουσίας, δια μέσου της καθοδήγησης, η τρομοκρατία επιβάλλεται καθολικά. Συχνά δε η αντιφατική και αυτοαναιρούμενη επαναστατική επαγρύπνηση καθίσταται προβληματική και για τους ίδιους, το πρόβλημα αυτό αργά ή γρήγορα θα απασχολήσει την νεομνημονιακή ΠΦΑ περισσότερο απ’όσο ο σχεδιασμός της Κουμουνδούρου εκτιμά. Η ελληνική μαρτυρία των Δεκεμβριανών είναι ενδεικτική της βιαιότητας που είναι ικανοί να μετέλθουν αλλά και της έμφυτης ροπής της Αριστεράς στην επιθετική παρεκτροπή. Οι μνήμες των λαών της Ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής μαρτυρούν ακόμη χειρότερες σκηνές εξαθλίωσης, ανομίας και αυθαιρεσίας. Την ίδια στιγμή που ο λαός υποτίθεται αποκτά την αυτοσυνειδησία του, μια δράκα ανθρώπων ελέγχει τις τύχες του θέτοντας ως αξιακό γνώμονα την εξόντωση του ταξικού αντιπάλου πού η ίδια στοχοποιεί και ηθικό μέτρο την πολιτική επιτυχία του εγχειρήματος αυτού. Η βια έχει κεντρικό ρόλο σε αυτό το σχήμα: η ταξική προέλευση αυτού που την αναλαμβάνει την καθαγιάζει. Ο εργαλειακός δυϊσμός επαναλαμβάνεται: το Καλό και το Κακό συγκρούονται και στον αγώνα για επικράτηση δεν υπάρχει χώρος για ηθικολογίες μέσων καταστάσεων. Τα πραγματολογικά στοιχεία της ιστορικής έρευνας στην Αθήνα των Δεκεμβριανών δεν αφηνουν περιθώριο αμφιβολίας: η δράση οργανώθηκε κεντρικά και πραγματώθηκε μεθοδικά με αυτοσκοπό την κατάλυση του αστικού κράτους και την κατατρομοκράτηση του λαού των Αθηνών.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα επιθυμώ να υπενθυμίσω πως η ελληνική κοινωνική πραγματικότητα του 1946 σε τίποτα δεν προμήνυε το τι θα επακολουθούσε. Η κοινωνική σύγκρουση άλλωστε μεταξύ ενός έθνους προϋποθέτει δυο παράγοντες:

  1. τα αιτήματα που θέτει η μια πλευρά να μένουν ανικανοποίητα στο πλαίσιο του ισχύοντος καθεστώτος και
  2. τα αιτήματα αυτά να υιοθετούνται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Οι δύο αυτοί παράγοντες δεν συνετέλεσαν στον εμφύλιο. Η μνήμες των Δεκεμβριανών οδομαχιών διαμόρφωσαν μια καθολικά αντικομμουνιστική συνείδηση στον λαό που αποτυπώνεται στο δόγμα της σταθερά αντιμαρξιστικής στάσης σύσσωμου του πολιτικού κόσμου. Ο αντικομμουνισμός είχε ομοιογενή χαρακτηριστικά σε όλο το πολιτικό φάσμα εκ των οποίων τρία ηταν τα κύρια συστατικά του: τα φιλειρηνικά αισθήματα του έθνους, ο σταθερά δυτικός-φιλονατοϊκος γεωπολιτικός προσανατολισμός της πατρίδας και η εδαφική επιβουλή της Μακεδονίας από τους Σλαβομακεδόνες (εξού και ο χαρακτηρισμός της εποχής των αριστερών ως εαμοβούλογαροι). Τα χαρακτηριστικά αυτά θεωρήθηκαν αναχρονιστικές και παρωχημένες αντιλήψεις μεταπολιτευτικά, καθώς το κεντρικό πρόταγμα του αντικομμουνισμού αντικαταστάθηκε με το αγοραίο σύνθημα του παπανδρεϊσμού «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».

Λυπάμαι που χαλάω την ραστώνη σας μέσα στον Αύγουστο αλλά δεν νομίζω πως τίθεται θέμα περί του ποιον ακριβώς ευνοούν το 2015 οι συσχετισμοί και ποια συνείδηση πλειοψήφησε στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Επιπλέον η μαύρη τρύπα της οικονομικής κρίσης λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για τις τάξεις του κοινού εχθρού, έρεισμα που σίγουρα του έλειπε το 46, όταν ο Ζαχαριάδης σε προφανή πανικό επιστράτευσε ακόμη και ανήλικα τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είχε απομακρύνει βίαια από την μητέρα τούς. Αντίθετα με την Ιταλική του Τολιάτι, η Ελληνική αριστερά ποτέ δεν εγκατέλειψε οριστικά το δόγμα του «με το όπλο παρά πόδα», απεναντίας στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (ακόμη και υπουργοί του) υπήρξαν μάρτυρες υπεράσπισης των καταδίκων τρομοκρατών της 17Ν, απολογητές της δράσης κάθε λογής Νίκου Ρωμανού, υμνητές του Μάο και του Λένιν και κυρίως βαθύτατα φονταμενταλιστές κομμουνιστές.

Όποιος πιστεύει πως ο Τσίπρας θα αποδειχθεί Τολιάτι, λανθάνει. Η ελληνική αριστερά τώρα αρχίζει να ενηλικιώνεται και να ριζοσπαστικοποιείται. Είναι νωρίς ακόμη για να πάρει διαζύγιο με την ιστορία της. Στην δύσκολη για εκείνη ώρα το γενετικό υλικό του dna της θα επικρατήσει. Αν όχι κεντρικά τότε κινηματικά· αν όχι από τον Τσίπρα από τα «κάτω» του. Είναι θέμα επώασης του αυγού φιδιού, τον χρόνο που θα σκάσει το τσόφλι τον αγνοούμε αλλά πόσο θα αργήσει να γίνει η πρώτη βίαιη ανάφλεξη για γενικευμένες ταραχές σε μια κοινωνία που μέρα με την μέρα συνθλίβεται περισσότερο στις μυλόπετρες της βαθειάς οικονομικής ύφεσης και του ακατάπαυστου πολιτικού λαϊκισμού; Θα επιμείνω πως είναι χρέος μας εκ των πραγμάτων να προετοιμαστούμε και να τους αναχαιτίσουμε· αυτή τη φορά χωρίς τις μαχητικές εθνικιστικές οργανώσεις, τους Ριμινίτες και την 3η Ορεινή Ταξιαρχία, for better or worst…

Γεώργιος Μακρής
Ο Γιώργος Μακρής είναι Αντιπρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της Νέας Δεξιάς. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νομική στο Sheffield University και εμπορικό, τραπεζικό και φορολογικό δίκαιο στο Kent University, όπου και είναι υποψήφιος διδάκτορας χρηματοπιστωτικού δικαίου. Εργάζεται ως δικηγόρος.

Σχετικά Δημοσιεύματα

Αφήστε μια απάντηση